HOME CONTACT CONTENTS LINKS RESERVATIONS

ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΝΕΔΟ

O R. Chandler το 1765 περιγράφει ως εξής την Τένεδο:

"Η Τένεδος είναι κυρίως βραχώδης αλλά εύφορη [...] Το λιμάνι της Τενέδου κλείνεται με ένα μόλο, του οποίου κανένα τμήμα σήμερα δεν προβάλλει πάνω από το νερό, αλλά σκόρπιες πέτρες είναι σωριασμένες στα θεμέλια για να σπάνε τα κύματα.

Ο κόλπος του λιμανιού περικλείεται από μια κορυφογραμμή του βουνού. Στη νότια πλευρά υπάρχει μια σειρά ανεμόμυλων και ένα μικρό φρούριο και στην απέναντι πλευρά ένα κάστρο κοντά στην ακτή. Αυτό καταλήφθηκε το 1656 από τους Ενετούς σε 4 μέρες αλλά σύντομα εγκαταλείφθηκε καθώς ήταν αδύνατο να κρατηθεί.

Τα σπίτια, που είναι πολυάριθμα, είναι κτισμένα στους πρόποδες και στην πλαγιά μιας ανηφοριάς. Υπάρχει μια πεδιάδα ανάμεσα σ' αυτά και τη θάλασσα, γεμάτη αγριόχορτα και λάσπη, από το νερό και το χώμα που κατεβαίνει από πάνω. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 600 τουρκικές οικογένειες και 300 ελληνικές. Η εκκλησία των τελευταίων είναι ευπρεπής.

Βρήκαμε εδώ λίγα απομεινάρια αρχαιοτήτων αξιοσημείωτα. Διακρίναμε με την αποβίβασή μας μια μεγάλη και ακέραιη σαρκοφάγο ή πέτρινο φέρετρο που χρησιμοποιείται ως βρύση. Το κάλυμμά της είχε διατρυπηθεί για να δεχτεί μια πηγή νερού, η οποία τροφοδοτεί το κάτω άνοιγμα. Στη μια πλευρά υπάρχει μια επιγραφή:

ΑΤΤΙΚΩ ΚΑΙ ΚΛΑΥΔΙΑ ΣΕΚΟΥΝΔΑ ΕΑΝ ΔΕ ΤΙΣ ΕΤΕΡΟΝ ΝΕΚΡΟΝ ΒΑΛΗ Η ΟΣΤΙΑ ΑΠΟΛΕΣΗ ΔΟΣΙΗ ΣΤΟΝ ΦΙΣΚΟΝ.

Ένας Έλληνας ρώτησε αν οι χαρακτήρες είναι Γοτθικοί. Κοντά της υπήρχε ένα τμήμα μιας αυλακωτής κολόνας που μετατράπηκε σε γουδί για να κοπανίζουν σιτάρι. Σ' ένα μαγαζί υπήρχε ένα υπόλειμμα μωσαϊκού δαπέδου που πρόσφατα ανακαλύφθηκε. Στους δρόμους, στους τοίχους και τα νεκροταφεία υπάρχουν κομμάτια μαρμάρου και θραύσματα κιόνων με λίγες επιγραφές.

Το απόγευμα που ήταν Κυριακή και γιορτή διασκεδάσαμε βλέποντας τους Έλληνες να τραγουδούν και να χορεύουν σε διάφορες παρέες κοντά στην πόλη, ενώ οι γυναίκες τους κάθονταν ομαδικά στις στέγες των σπιτιών, που είναι επίπεδες, ως θεατές απολαμβάνοντας το ελαφρύ αεράκι και τον αίθριο ουρανό.

Καταλύσαμε προς μεγάλη μας ευχαρίστηση σ' ένα μεγάλο δωμάτιο με υπερυψωμένο πάτωμα στρωμένο με ψάθα, όπου κοιμηθήκαμε με τα ρούχα μας, παρέα με δύο Εβραίους και μερικούς Έλληνες. Μια δροσερή αύρα έμπαινε όλη νύχτα από το καφασωτό παράθυρο και γλύκαινε την ανάπαυσή μας.

Στις χώρες αυτές εξαιτίας της ζέστης είναι συνηθισμένο να ξεκινούν την αυγή. Με το ξημέρωμα λάβαμε από τον Γάλλο πρόξενο, έναν Έλληνα με μια σεβάσμια γενειάδα, ως δώρο μεγάλα και πλούσια τσαμπιά σταφύλια κι άλλα φρούτα, όλα φρεσκοκομμένα. Είχαμε ακόμη ψωμί και καφέ για πρωινό και καλό κρασί, ιδιαίτερα ένα είδος με εξαιρετική γεύση που ονομαζόταν μοσχάτο. Το νησί είναι επάξια φημισμένο για το είδος του αμπελιού που παράγει αυτό το γευστικότατο ποτό.

[...] Μετά από λίγη καθυστέρηση επιβιβαστήκαμε στη βάρκα και αφήνοντας το λιμάνι της Τενέδου, παραπλέοντας στην ακτή με το νησί στα δεξιά μας, περάσαμε έναν κολπίσκο που είναι γεμάτος από μικρά πλεούμενα κατά τη διάρκεια του τρύγου. Κοντά του υπάρχει μια μοναχική εκκλησία με μια βρύση ή πηγή με εξαιρετικό νερό και σε μικρή απόσταση ένα λατομείο πέτρας ή μαρμάρου. Οι ρεματιές και οι πλαγιές των λόφων είναι καταπράσινες από τα αμπέλια. Περάσαμε ένα απότομο σημείο και είδαμε μερικούς κρημνούς που κατοικούνταν από αγριοπερίστερα, μερικές πέρδικες και λίγα ζώα. Είδαμε μια εκκλησία κοντά στην οποία, μας είπαν, υπάρχει νερό, γνωστό για τις καθαρτικές του ιδιότητες.

Αποβιβαστήκαμε σε μια όμορφη παραλία έχοντας κάνει το μισό σχεδόν γύρο του νησιού. Ήμασταν κοντά στο κτίριο που σκοπεύαμε να εξερευνήσουμε. Διαπιστώσαμε ότι είναι ένα μικρό θολωτό δωμάτιο, με αρχαία τοιχοποιία, κάτω από μια ταπεινή ερειπωμένη εκκλησία. Κατεβαίνεις σ' αυτό με μερικά σκαλοπάτια και με ένα φως. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο από νερό. Κοντά του υπήρχε μια συκιά ή δύο και μια βρύση με μια επιγραφή με νεοελληνικούς χαρακτήρες, στερεωμένη πάνω στον τοίχο.

Ο αναγνώστης καθώς προχωρούμε θα βρει συχνές αναφορές σε κρήνες. Το πλήθος τους οφείλεται στη φύση της χώρας και το κλίμα. Το έδαφος, ξερό και διψασμένο, απαιτεί υγρασία για να βοηθήσει τη βλάστηση. [...]

Οι γυναίκες συρρέουν στις κρήνες κοντά στα σπίτια τους. Καθεμιά με μια μεγάλη πήλινη στάμνα, με δύο χερούλια, στην πλάτη και στον ώμο για νερό. Συγκεντρώνονται επίσης για να πλύνουν τα ασπρόρουχά τους, τα οποία απλώνουν μετά στο έδαφος και στους θάμνους να στεγνώσουν. Σ' αυτές συχνάζουν οι Τούρκοι και οι Έλληνες για δροσιά, ιδιαίτερα οι τελευταίοι στις γιορτές τους, όταν ολόκληρες οικογένειες κάθονται στο χορτάρι και απολαμβάνουν το μεσημεριανό φαγητό τους κάτω από τα δένδρα κοντά στο ρυάκι. [...]

Συμφωνήσαμε να περάσει η ζέστη του μεσημεριού πριν συνεχίσουμε το ταξίδι μας. [...] Ο Γάλλος πρόξενος που μας συνόδευσε, ανέλαβε να μας φέρει σταφύλια. Το αμπέλι του ήταν αρκετά μακριά προς την πόλη, αλλά δύο από μας συνοδευόμενοι από δύο οπλισμένους Τούρκους, αποφασίσαμε να του κάνουμε παρέα. Περάσαμε έναν ξερό τόπο γεμάτο από θυμάρι, φασκομηλιές και χαμηλούς θάμνους μαστίχας, προς ένα σημείο με κυπαρίσσια, όπου υπήρχε μια εκκλησία ταπεινή σαν αυτή που είχαμε αφήσει, καμωμένη μόνο από ξερολιθιά χωρίς στέγη. Υπήρχε ένα πηγάδι εκεί κοντά. Είδαμε λίγα δένδρα, μερικές καλαμιές και μερικά χωράφια με σιτάρι και σουσάμι. Το έδαφος ήταν ξερό.

Αλλά στο κέντρο του νησιού βρήκαμε μια μεγάλη περιοχή περιτριγυρισμένη από γυμνούς άγονους λόφους και πράσινους με ελιές και αμπέλια. Τα σταφύλια κρέμονταν με πολλά τσαμπιά, πλούσια και προκλητικά. Και τρώγαμε ελεύθερα, όντας σίγουροι ότι τα φρούτα ήταν αθώα και ακόμη υγιεινά. Σε δύο εβδομάδες θα άρχιζε ο τρύγος, όταν μια φρουρά από 10 Τούρκους τοποθετήθηκε για να εξασφαλίσει τη σοδειά από τους κλέφτες και τους πειρατές. Ο ένας από τους λόφους υψώνεται πάνω απ' τους άλλους κι έχει στην κορυφή του μια εκκλησία αφιερωμένη στον προφήτη Ηλία. Έχει σχήμα κωνικό και φαίνεται από την κύρια στεριά της Ασίας κατεβαίνοντας τον Ελλήσποντο". 

Απόστολου Κερκινέογλου, φιλολόγου